υδαρότης

-ητος, ἡ, Α [ὑδαρής]
1. η ιδιότητα ή η κατάσταση τού υδαρούς
2. μτφ. α) (για πρόσ.) αδυναμία
ii) χαλάρωση ηθών
β) (για πράγμ.) η ιδιότητα τού μαλακού ή τού ευμετάβλητου.

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.